Πηγές
Η απόλυτη γαλήνη!
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

Η καθημερινότητα των προγόνων μας

ΟΙ ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Οι προπάτορές μας ζούσαν σε μια αγροτική κοινωνία, αυτοκαταναλωτική και κλειστή. Όλοι οι κάτοικοι των χωριών μας ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι. Οποιαδήποτε άλλη δουλειά κι αν έκαναν, θα την είχαν ως δεύτερη απασχόληση. Ακόμα και παπάς ή δάσκαλος να ήταν κανείς, μπακάλης ή μυλωνάς, θα καλλιεργούσε κτήματα και θα ασχολούνταν με την εκτροφή ζώων. Εκείνη την εποχή η καλλιέργεια γινόταν με το ησιόδειον άροτρο, δηλαδή ξύλινο αλέτρι με σιδερένιο υνί που το έσυραν δύο βόδια (αυτό που γινόταν εδώ και 3.000 χρόνια περίπου). Όλη η οικογένεια, από το πρωί ως το βράδυ, σαν τα εργατικά μυρμήγκια, ασχολούνταν κυρίως με τα χωράφια, με τη βοσκή των ζώων και με τις δουλειές του σπιτιού τις σχετικές με τη διατροφή, ενδυμασία κλπ. Η εποχή τους χαρακτηρίζονταν από την αρχή της αυτάρκειας των προϊόντων, όπως λένε σήμερα οι οικονομολόγοι. Όποιος δηλαδή έβγαζε το ψωμί της χρονιάς και είχε πολλά αιγοπρόβατα, θεωρούνταν νοικοκύρης και πλούσιος. Οι χωριανοί μας τα κτήματα τους τα είχαν σκορπισμένα από τον Αχελώο μέχρι τους πρόποδες του βουνού και τα ποτιστικά ήταν λιγότερα από τα ξηρικά. Επί πλέον τα εισοδήματα τους εξαρτώνταν από τις καιρικές συνθήκες. Γι' αυτό ορισμένες χρονιές δεν είχαν καλές σοδειές. Ευτυχώς όμως είχαν πολλά ζώα και με τα κτηνοτροφικά προϊόντα (γάλα, τυρί, βούτυρο, τραχανά κλπ.) κατόρθωναν να επιβιώσουν στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Πουλώντας δε μερικά ζώα, αγόραζαν από την Άρτα ή το Μουζάκι τα αναγκαία προς το ζην ψώνια (καλαμπόκι, σιτάρι, λάδι, πανιά, κλωστές, κλπ).

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η οικογένεια δεν ήταν σαν την σημερινή (πατέρας, μητέρα και 2-3 παιδιά). Αποτελούνταν από δεκάδες μέλη (γονείς, γιαγιάδες και παππούδες, παιδιά, ακόμη και αδέλφια των γονιών). Ο αρχηγός της οικογένειας έκανε τον καταμερισμό της εργασίας και έστελνε τα μέλη της σε διάφορες δουλειές. Υπήρχε όμως μεγάλη ανισότητα. Οι γυναίκες και τα παιδιά βρίσκονταν σε υποδεέστερη θέση και έπρεπε να υπακούουν τυφλά τον αφέντη - αρχηγό. Και κάτι άλλο διαφορετικό από σήμερα: Ο γάμος γινόταν με προξενιό. Όχι από αγάπη - έρωτα, αλλά και χωρίς καν να ιδωθούν μεταξύ τους πριν το γάμο οι νεόνυμφοι. Περισσότερο για την επαύξηση της περιουσίας τους, γιατί ο γαμπρός έπαιρνε και προίκα από τον πατέρα της νύφης.
 

Η ΚΑΤΟΙΚΙΑ

Οι κατοικίες την εποχή εκείνη ήταν πολλών ειδών. Υπήρχαν λιθόκτιστες ισόγειες κατοικίες σκεπασμένες με λίθινες σχιστές πλάκες και χωρισμένες σε 2-3 δωμάτια, πατωμένα και νταβανωμένα με σανίδες. Επίσης υπήρχαν και ανυψωμένες κατοικίες με υπόγειο, το οποίο χρησιμοποιούσαν σαν αποθήκη ή ακόμα και για στάβλο των μεγάλων ζώων (βοδιών ή μουλαριών) το χειμώνα. Πολλές όμως κατοικίες ήταν σπιτοκάλυβα με μια πλευρά (πάντα) λιθόκτιστη, όπου βρίσκονταν και το τζάκι. Τις τρεις άλλες τις έφτιαχναν με όρθια ξύλα από κομμένα κοντοέλατα στα οποία, οριζόντια έπλεκαν καδιά ελάτων, τα λούρα. Κατόπιν τις άλειφαν με λάσπη από χώμα και κοπριά βοδιών για μόνωση. Ήταν οι λεγόμενοι τσατμάδες. Τη σκεπή τους την έφτιαχναν από πελεκητές σανίδες κορμιών ελάτων, τις λεγόμενες πέλες. Τα σπιτοκάλυβα αποτελούνταν από ένα μεγάλο δωμάτιο και μερικές φορές από δύο.

Πως ήταν δυνατόν όμως να χωρέσουν πολυμελείς οικογένειες σε αυτές τις κατοικίες; Και εν τούτοις χωρούσαν. Εκεί μέσα, χάμω στο πάτωμα, κοιμόνταν όλοι μαζί πάνω σε χοντρά στρώματα φτιαγμένα από τραγόμαλλο, τα ονομαζόμενα τσόλια, και σκεπάζονταν με μάλλινα υφαντά χοντρόρουχα (μαντανίες, βελέντζες, φλοκάτες).

Πιο πέρα από τις κατοικίες είχαν φτιαγμένους στάβλους, για τα ζώα τους, σκεπασμένους με στέγες (καλαμιές σιταριού) και το χειμώνα φρίντζωναν τις πλευρές τους με φτέρες για μόνωση.

Όπως βλέπουμε δεν υπήρχαν τσιμέντα, τούβλα και σίδερα. Χρησιμοποιούσαν μόνο τα υλικά του περιβάλλοντός τους, όπως κάνουν οι περισσότεροι υποανάπτυκτοι λαοί της γης.

Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ

Τότε δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα ούτε στην Άρτα, δηλ. στην πρωτεύουσα του Νομού, που ήταν μια κωμόπολη 5.000-6.000 κατοίκων. Στην αρχή φωτίζονταν με ξύλα από κέδρα, που έβγαζαν φλόγες - σκίζες τις έλεγαν, αργότερα με κανένα λυχνάρι και πολύ αργότερα με λάμπες πετρελαίου. Γι' αυτό λοιπόν κοιμόνταν νωρίς το βράδυ, καθώς και το πρωί ξυπνούσαν νωρίς, με το πρώτο λάλημα του πετεινού, για να πάνε στις κουραστικές δουλειές τους.

ΟΙ ΕΝΔΥΜΑΣΙΕΣ

Οι προγονοί μας δεν άλλαξαν ενδυμασίες αμέσως μετά την απελευθέρωση. Πέρασαν πολλά χρόνια για να γίνει αυτό. Οι άνδρες φορούσαν φουστανέλες, με φέσι στο κεφάλι και τσαρούχια - σαν τους σημερινούς τσολιάδες δηλαδή - και οι γυναίκες μακριά κεντητά φουστάνια με μαντήλι στο κεφάλι. Αργότερα οι άνδρες φόρεσαν τσακτσίρα, δηλ. άσπρα, υφαντά, μάλλινα παντελόνια και μετά το 1900 άρχισαν μερικοί (πολύ λίγοι) να φορούν τις σημερινές ενδυμασίες. Ήταν οι ονομαζόμενοι Ευρωπαίοι ή φραγκοφορεμένοι. Στις γιορτές, στους γάμους και στις συγκεντρώσεις φορούσαν ωραίες φουστανέλες με πολλές πτυχές και ασπροβολούσε ο τόπος. Η φουστανέλα λοιπόν ήταν η επίσημη ενδυμασία και μερικοί παππούδες μας τη φορούσαν μέχρι το 1940 περίπου.

Τα περισσότερα ρούχα ήταν μάλλινα υφαντά ή πλεκτά και λίγα ήταν από πανί, που τ' αγόραζαν από την πόλη, για τις φουστανέλες και τα εσώρουχα. Όλες οι γυναίκες τον περισσότερο χρόνο έπλεκαν και ύφαιναν. Δεν υπήρχε κονάκι (σπίτι) που να μην είχε αργαλειό. Τα μάλλινα αυτά υφαντά υφάσματα τα έραβαν περιφερόμενοι ραφτάδες.

Η ΥΓΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ

Το υπέροχο κλίμα, η σκληραγωγία και η γερή κράση τους, ήταν αυτά που τους κρατούσαν στη ζωή, όσους κρατούσαν. Γιατί δυστυχώς το Κράτος δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για την υγεία των πολιτών, οι οποίοι προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τις διάφορες αρρώστιες και πολλές φορές έπεφταν θύματα στους ψευτογιατρούς, τους ονομαζόμενους κομπογιαννίτες. Διάφορες ασθένειες: διφθερίτις, ιλαρά, κοκκύτις, πνευμονία, γρίπη, ελονοσία κλπ. ταλαιπωρούσαν τους κατοίκους της εποχής εκείνης. Με βότανα, γιατί δεν υπήρχαν φάρμακα, καθώς και με πρακτικά μέσα, προσπαθούσαν να γιατρευτούν, αλλά δυστυχώς πολλές φορές έρχονταν το μοιραίο. Ο μέσος όρος ζωής ήταν 40-45 έτη, ενώ σήμερα έχει φτάσει τα 78-80 έτη. Μεγάλη ήταν η παιδική θνησιμότητα. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην είχε χάσει 2-3 παιδιά. Γεννώντας όμως 6-8 παιδιά ή και περισσότερα διαιώνιζαν επιτυχώς το ανθρώπινο είδος και είχαν μάλιστα και αύξηση του πληθυσμού.

Η ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι προπάτορές μας δεν ζούσαν στον αιώνα της ταχύτητας, που ζούμε εμείς σήμερα. Για να πάνε στην Άρτα, χρειάζονταν μια εβδομάδα. Γι' αυτό στην Άρτα ταξίδευε κανείς για πρώτη φορά, όταν γίνονταν 18-20 χρονών. Για την Αθήνα ούτε συζήτηση. Έπρεπε να ταξιδέψουν με πλοίο από την Κόπραινα (επίνειο της Άρτας στον Αμβρακικό κόλπο), το οποίο ύστερα από 3-4 μερόνυχτα έφτανε στον Πειραιά. Χρειαζόταν όμως να πάνε στην Άρτα ή το Μουζάκι της Θεσσαλίας, για να πωλήσουν τα ζώα τους και για να αγοράσουν λίγα ψώνια. Στις 14 Σεπτεμβρίου, του Σταυρού (με το παλιό ημερολόγιο), κάθε χρόνο γίνονταν στην Άρτα τριήμερος ζωοπανήγυρη. Ενώ στο Μουζάκι κάθε Σαββατοκύριακο. Στην Άρτα συνήθως πωλούσαν και αγόραζαν τα μεγάλα ζώα (βόδια, μουλάρια). Τα μικρά αιγοπρόβατα τα πήγαιναν στο Μουζάκι για πούλημα. Ωστόσο η εκμετάλλευσή τους από τους εμπόρους ήταν πολύ μεγάλη. Ξεκινούσαν λοιπόν για την πόλη πολλοί μαζί, γιατί στο δρόμο κινδύνευαν από ληστές, και με μουλάρια ή με τα πόδια βάδιζαν αργά-αργά και ξενυχτούσαν σε χάνια (πανδοχεία, όπου εκτός από τους ανθρώπους φρόντιζαν και τα ζώα) ή πολλές φορές διανυκτέρευαν στο ύπαιθρο, όταν ήταν καλός ο καιρός. Δεν υπήρχαν λοιπόν τα σημερινά μέσα συγκοινωνίας. Τότε ούτε στην Άρτα δεν υπήρχε αυτοκίνητο. Στο χωριό μας το αυτοκίνητο πρωτοήρθε το 1951, δηλ. ύστερα από 70 χρόνια από την απελευθέρωση μας το 1881.
 

ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ

Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν τα σημερινά μέσα διασκέδασης, ούτε τηλεοράσεις, ούτε ραδιόφωνα, ούτε πικάπ, ούτε καν γραμμόφωνα. Εντούτοις, πέρα από τις μεγάλες ή μικρές λύπες (θάνατοι, αρρώστιες, πόλεμοι, καταστροφές), η ζωή τους κυλούσε χαρούμενη και κεφάτη. Παντού άκουγες χαρούμενες φωνές και γέλια, πειράγματα και φάρσες. Στα σκαλίσματα, στα ξεφλουδίσματα, στη βοσκή των ζώων τραγουδούσαν τα λεβέντικα δημοτικά τραγούδια. Στους γάμους και στα πανηγύρια χόρευαν τσάμικα και καλαματιανά με τη μουσική των ντόπιων οργανοπαικτών (βιολί, κλαρίνο, κιθάρα, νταϊρέ).

Σε καθημερινή βάση οι περισσότεροι άνδρες συγκεντρώνονταν και στα καφενεδάκια (καφέ, ούζο, λουκούμι) και έπαιζαν χαρτιά.

Τα παιδιά απολαμβάνοντας την απλοχωριά της υπαίθρου και το ζωογόνο και αμόλυντο αέρα του βουνού έπαιζαν χαρούμενα παιγνίδια: τον σκλάβο, τη γουρούνα, την τσιλίκα, το κότσι, τα πεντόβολα κλπ.

ΙΔΙΟΣΥΓΚΡΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΑΣ

Αν εξαιρέσουμε ορισμένα ελαττώματα που είναι ανθρώπινο να είχαν οι προγονοί μας αυτοί, και λόγω της μεγάλης αγραμματοσύνης τους, (οξύθυμοι και φιλόνικοι, πονηροί και δύσπιστοι, βωμολόχοι και ρέποντες στη ζωοκλοπή κλπ.) θα δούμε πως οι αρετές τους ήταν πολύ περισσότερες και πως ήταν προικισμένοι με πολλά προσόντα.

Πιεζόμενοι από τις στερήσεις και τις δυσπραγίες της ζωής, ήταν οπλισμένοι με οξύνοια, δυναμικότητα, αυτοπεποίθηση και γενναιότητα. Ήσαν καλοκάγαθοι, ειλικρινείς, ευλαβικοί ακόλουθοι των πάτριων ηθών και εθίμων, πάρα πολύ φιλόξενοι, έμπιστοι, πειθαρχικοί και σεβόμενοι τους μεγαλύτερους, ευφυείς, φιλομαθείς, ευσεβείς χριστιανοί και μεγάλοι πατριώτες, που διατηρούσαν μέσα τους τη φλόγα της φιλοπατρίας και θυσιάζονταν ευχαρίστως για την αγαπημένη μας πατρίδα.

Αυτοί λοιπόν ήταν οι προπάτορές μας, οι προπάπποι μας. Ας τους σκεπτόμαστε λοιπόν πότε-πότε κι ας τους ευγνωμονούμε, γιατί αυτοί μας χάρισαν την πολυπόθητη Ελευθερία μας με την αντρειοσύνη τους και τις υπέροχες θυσίες τους. Ποτέ όμως δεν πρέπει να νιώθουμε κόμπλεξ γιατί οι προγονοί μας αυτοί ήταν γεωργοκτηνοτρόφοι. Στο κάτω-κάτω της γραφής, ας θυμόμαστε τον αρθρογράφο του «Βήματος» μακαρίτη Παύλο Παλαιολόγο, ο οποίος έγραφε ότι «αν ανασκάψουμε το γενεολογικό δένδρο κάθε Έλληνα, θα ανακαλύψουμε οπωσδήποτε κάπου βαθιά στις ρίζες του κάποιον φτωχό μεν, αλλά τίμιο αγρότη».


Το παραπάνω κείμενο είναι επεξεργασμένη αναδημοσίευση άρθρου που υπογράφει ο Γεώργιος Χ. Γρέβιας, δάσκαλος, για την τοπική εφημερίδα «Πηγιώτικες Ρίζες».